Αναγνώστες

Δευτέρα, 28 Απριλίου 2014

Κριτική Αναγνώστη- Στα χρόνια της ομίχλης 2, Χατισέ (Ν.Γούλιας)

Γράφει ο Θεόφιλος Γιαννόπουλος
Νιώθω χαρμολύπη…
Ήταν ημέρα Τρίτη όταν πρωτοξεκίνησα το βιβλίο και Σάββατο ξημερώματα όταν έφτασα στην στερνή του σελίδα. Τα συναισθήματα ποικίλα, όλα τους νοσταλγικά.
Ακόμη συνομιλώ με τον Στέφανο, την Μαριώ και τον Λιώνη.
            Τον Ζόζεφ και την Πηνελόπη, τον Τζοβάνι, την Φρατζέσκα, την Αντζελίνα.
            Τον Χακάν, την Ακτσού.
Με την παρουσία της Χατισέ να αιωρείται παντού, εκεί, αμίλητη...
            Ελάτε στο ταξίδι μαζί μου, θα είμαι απλά ο ξεναγός σας σε ότι με συγκίνησε, με πόνεσε και μ’ έκανε να νιώσω ως το μεδούλι τα μυστικά της αγάπης και της χαράς. Τα φτερά για να πετάξουμε σε τούτα τα μέρη μας τα δίνει απλόχερα ο κύριος Νίκος Γούλιας με τα γραφόμενα της ψυχής του σ’ ένα έργο που θαρρείς και το κρατούσε μυστικό για δυό αιώνες μέχρι τελικά να μας το αφιερώσει με λάμψη στα μάτια.
            Κι όσο κι αν είναι οξύμωρο, η περιπλάνηση μας ξεκινά με την πρώτη στάση του τρένου.
Απ’ τις πρώτες ακόμη σελίδες του αποτυπώνεται στο νού εκείνο το ακαθόριστο άρωμα εικόνων περασμένων, σκονισμένων μα απροσδόκητα γνώριμων να μας συνεπάρουν. Με κοινή συνισταμένη την Σμύρνη του 19ουαιώνα, στα μάτια μας ζωντανεύουν ατμοσφαιρικές περιγραφές, δοσμένες με κινηματογραφική ταχύτητα και ζωντάνια, καλωσορίζοντας και φιλοξενώντας μας στον τόπο και το χρόνο των γεγονότων.
Γραμμένο σε γλώσσα που ο νους νιώθει, αφουγκράζεται, συλλαμβάνει αυθόρμητα, αναπολώντας την καθημερινότητα της εποχής υπό την σκέπη της κοινής προσπάθειας για επιβίωση.
Οι χαρακτήρες ανθρώπινοι, άδολοι και αισθαντικοί, συνθέτουν ένα σκηνικό που κάθε σκέψη που γεννούν τα μαύρα γράμματα καταφέρνουν αγόγγυστα να μας κάνουν κοινωνούς στα διλήμματα και τις αποφάσεις των προσώπων στιγματίζοντας τη ζωή ή τον θάνατό τους.
Βενετία, Σμύρνη, Κωνσταντινούπολη, Χίο, Σύρος, πιασμένες χέρι – χέρι να φιλοξενούν έρωτες, πάθη, κατατρεγμένους και έμπνευση. Δεν ξεχωρίζει ο Χριστιανός από τον Μουσουλμάνο, πλεγμένη σαν τα δάχτυλα η πορεία τους. Κάθε δρόμο που διαβαίνουν είναι και δικός μας. Κάθε πινελιά του Ζωγράφου ταυτίζεται με την εσωτερική μας ανάγκη για δημιουργική έκφραση. Κάθε κομμάτι του βιβλίου, είτε αυτό ξεκινάει από μια γωνιά ενός ξεχασμένου χωριού έξω απ’ τη Σμύρνη, είτε απ’ τα κανάλια της Βενετίας ή ακόμη κι από ένα φημισμένο μαγαζί υαλικών, όλα τους αποπνέουν αγάπη και μαγεία, γεμίζοντας μας με νόστο και συμπόνια για το παρελθόν και το μέλλον…
Θ’ ανασάνετε τις μυγδαλιές και τον φρεσκοκομμένο καφέ στο φλιτζάνι
Θα λουστείτε τα δάκρυα της θάλασσας
Θ’ ακούσετε τον ήχο απ’ το ξύλο που καίγεται στο τζάκι να σας πυρώνει και να σας καλεί
Θα ζήσετε την ευλαβική μυσταγωγία προετοιμασίας των χρωμάτων, για εκείνον, τον έναν, μοιραίο πίνακα
Και στη διάρκεια θα θέλατε να ήσασταν κι εσείς ένας απ’ τους πρωταγωνιστές που αγκαλιάζουν τη Σμύρνη με όλο τους το «είναι», φοβούμενοι μήπως τους ξεγλιστρήσει απ’ τα δάχτυλα και φύγει σαν άμμος...
Καθώς εμβαθύνει το έργο, τόσο μας συστήνονται νέα πρόσωπα. Καινούριες κοινωνίες εμφανίζονται επεκτείνοντας το κομμάτι του ιστού που υφαίνει ο συγγραφέας. Οι περιγραφές ουσιώδης, επικεντρωμένες να τονίσουν όλες τις πτυχές της προσωπικότητας του καθενός. Με διάσπαρτα ερωτηματικά να αιωρούνται στο κάθε κεφάλαιο, που σύντομα, κεντημένα όλα τους με οίστρο, απατούνται λεπτομερώς στις σελίδες που ακολουθούν, εξηγώντας τα κίνητρα και τις αιτίες.
Τίποτε δεν είναι τυχαίο. Ούτε η περαστική Γύφτισσα που λέει το ριζικό, ούτε το φευγιό απ’ τη πανούκλα, μήτε όσα επέφερε η Επανάσταση του 1821.
Ευλογία και κατάρα για την αγωνία μας: Ο αναγνώστης αγνοεί το τι θα συναντήσει σε κάθε νέο κεφάλαιο που ξεκινάει. Κάθε αρχή αποτελεί και μια έκπληξη που προστίθεται στο εύρος του δράματος που περικλείουν οι ζωές των χαρακτήρων της ιστορίας μας. Μετά το πέρας και της τελευταίας σελίδας γίνεται εύκολα κατανοητό το νήμα που τους ενώνει όπως και ο λόγος που γίναμε κι εμείς ένα μαζί τους.
Ως αναγνώστης: Θα το ξαναδιαβάσω από νοσταλγία. Για να ξαναβρεθώ μαζί με τους Ανθρώπους που αγάπησα, με τις σκέψεις, τα χαμόγελα, τις πίκρες, τα όνειρά τους που γίνανε δικά μου.
Ως λογοτέχνης: Κρατώ τα λόγια από ένα γράμμα προς τον Πάολο απ’ τον Παππού του: «Μην ψάχνεις για το τι να ζωγραφίσεις, όλα είναι μπροστά σου και έχεις το ταλέντο να τα κάνεις Τέχνη.»
Κι όμως, νιώθω χαρμολύπη...

...γιατί το μόνο μελανό σημείο που συνάντησα είναι ότι φτάνοντας στην τελευταία σελίδα, κάπου εκεί τελειώνει και το όμορφο ταξίδι...


                                                                   ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Το τρένο από τη Σμύρνη, που χειμώνα του 1876 έβγαινε από την πρωινή ομίχλη, δεν έφερνε μόνο τον ξένο. Ξοπίσω του κουβαλούσε στροβιλίζοντας και το θαλασσινό αγέρι, που πολλά χρόνια πρωτύτερα, από τη μαγευτική πολιτεία των καναλιών είχε φερμένη την οικογένεια του Βενετσιάνου ζωγράφου Πάολο στη Σμύρνη των χρωμάτων και των αρωμάτων. 
Κουβαλούσε μέρες και νύχτες ενός μοιραίου έρωτα, πολλές αναμνήσεις, μεγάλα πάθη, μια δολοφονία… μαζί και έναν πίνακα με την ημίγυμνη Χατισέ, που όλους και όλα τα κοίταζε κρύβοντας επτασφράγιστα τα μυστικά της, άλαλη όπως ήτανε όχι μόνο στο κάδρο αλλά και στη ζωή της. 
Από τη Σύρο και το Κορδελιό, μέχρι τη Χίο και τα Αλάτσατα, κι από την Πέργαμο ως την Πόλη, πολλών ανθρώπων οι ζωές θα διαγράψουν την τροχιά τους γύρω από τη Χατισέ, ανυποψίαστα τόσο κοντά η μία με την άλλη∙ ο Στέφανος, η Μαριώ, ο Λιωνής. Ο Ζοζέφ και η Πηνελόπη. 
Ο Τζοβάνι, η Φραντσέσκα, η Αντζελίνα. Ο Χακάν και η Ακτσού. Και η Χατισέ, παντού… Ένα μυθιστόρημα που, μετά την ΙΑΣΜΗ, εξακολουθεί να ταξιδεύει τον αναγνώστη στη χαραυγή του 19ου αιώνα, σ’ εκείνα τα χρόνια τα παλιά, στα χρόνια της ομίχλης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου